WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| covenant n | formal (legal contract) | συμβόλαιο ουσ ουδ |
| | | συμφωνία, σύμβαση ουσ θηλ |
| | | σύμφωνο ουσ ουδ |
| | (τι πρέπει να γίνει) | ρητή δέσμευση επίθ + ουσ θηλ |
| | The deed contains covenants that prohibit subdividing the land. |
| | Ο τίτλος ιδιοκτησίας περιέχει ρητές δεσμεύσεις που απαγορεύουν τη διαμοίραση της γης. |
| covenant n | (Biblical: contract with God) | συμβόλαιο ουσ ουδ |
| | Their covenant with God was a basic tenet of their religion. |
| | Το συμβόλαιό τους με το Θεό ήταν μια βασική αρχή της θρησκείας τους. |
| covenant [sth]⇒ vtr | formal (promise: in a contract) (για κάτι) | δεσμεύομαι, συμφωνώ ρ αμ |
| | The two parties covenanted a sum to be paid by the customer in the event of the contract being cancelled before the work was completed. |
| | Τα δύο μέρη συμφώνησαν πως ένα ποσό θα πληρωνόταν από τον πελάτη σε περίπτωση ακύρωσης του συμβολαίου πριν την ολοκλήρωση της εργασίας. |
| covenant to do [sth] vtr | formal (promise: in a contract) (να κάνω κάτι) | δεσμεύομαι, συμφωνώ ρ αμ |
| | | αναλαμβάνω τη δέσμευση περίφρ |
| | The Employer covenants to pay the Contractor the stipulated sum. |
| | Ο Εργοδότης δεσμεύεται να καταβάλει στον Εργολάβο το καθορισμένο ποσό. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: